διαλάμπω

διαλάμπω
shine through
pres subj act 1st sg
διαλάμπω
shine through
pres ind act 1st sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαλάμπω — (Α διαλάμπω) 1. λάμπω μέσα από κάτι, λάμπω πέρα ως πέρα, ακτινοβολώ 2. διαπρέπω, διακρίνομαι, υπερέχω αρχ. 1. (για τη φωνή) ακούγομαι καθαρά 2. «διέλαμψεν ἡμέρα», «διαλάμποντος τοῡ ἡλίου» ενώ ξημέρωνε …   Dictionary of Greek

  • διαλάμπω — διέλαμψα, διακρίνομαι, ακτινοβολώ: Διέλαμψε τη βραδιά της απονομής των βραβείων …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διαλάμπετε — διαλάμπω shine through pres imperat act 2nd pl διαλάμπω shine through pres ind act 2nd pl διαλάμπω shine through imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάμπῃ — διαλάμπω shine through pres subj mp 2nd sg διαλάμπω shine through pres ind mp 2nd sg διαλάμπω shine through pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάμψουσιν — διαλάμπω shine through aor subj act 3rd pl (epic) διαλάμπω shine through fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) διαλάμπω shine through fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαμπόντων — διαλάμπω shine through pres part act masc/neut gen pl διαλάμπω shine through pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλαμψάντων — διαλάμπω shine through aor part act masc/neut gen pl διαλάμπω shine through aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάμπει — διαλάμπω shine through pres ind mp 2nd sg διαλάμπω shine through pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάμπον — διαλάμπω shine through pres part act masc voc sg διαλάμπω shine through pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαλάμποντα — διαλάμπω shine through pres part act neut nom/voc/acc pl διαλάμπω shine through pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.